Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Οι σκέψοις ενός μωρού!!!

Είμαι ένα μικρό μωράκι  δεν μιλάω , δεν έχω όνομα και γενικά μπορώ να κάνω ελάχιστα πράγματα για τον εαυτό μου.
Οπότε ....όταν θέλω κάτι, μπήγω τις φωνές.Κλαίω απαρηγόρητα ώσπου να καταλάβουν ότι χρειάζομαι τη βοήθειά τους.
Πριν ζούσα ήσυχα μέσα στην κοιλίτσα της μαμάς μου, αλλά μια μέρα γεννήθηκα και άλλαξαν όλα για μένα.
Άρχισα να βλέπω γύρω μου πράγματα παράξενα,που δεν είχα ξαναδεί και άκουγα διάφορα , μετά άρχισαν να έρχονται κάτι πλάσματα και να με κοιτούν και να μου δείχνουν τα δόντια τους χαρούμενα. Ήταν τέτοια η χαρά τους ,που κολλούσαν τις μουρίτσες τους επάνω μου και μου μίλαγαν .

Δεν ξέρω τι τους έπιασε και μετά με έφεραν σε άλλο μέρος και με βάλανε στην κούνια αυτή που είμαι τώρα.
Από την ώρα που γεννήθηκα αλλάζω συνεχώς μέρος,μια εδώ μια εκεί. Ε δε μπορώ να πω ότι έχω παράπονο,μου δίνουν γάλα, φροντίζουν να είμαι καθαρό και με τρελαίνουν στα τραγούδια και στο χορό, και για να ησυχάσω λίγο από δαύτους κάνω ότι αποκοιμιέμαι στην αγκαλιά τους αλλιώς δε με βάζουν στην κούνια μου.
Το ζεστό μου κρεβατάκι είναι υπέροχο , η μαμά μου είναι η  ποιο όμορφη από όλες της άλλες που έρχονται και όταν έρχεται ο μπαμπάς μου, του κάνω μεγάλες χάρες και κλωτσάω τα ποδιά μου με γρήγορο ρυθμό για να καταλάβει ότι τον πάω πολύ και αυτός με πάει το ξέρω, λέει συνέχεια που είναι το αγόρι μου  που είναι  το μωρό μου και επίσης λέει ότι θα γίνω εγώ ένας άμα μεγαλώσω. Εύχομαι να γίνω ένας και όχι δύο,γιατί τότε δε θα είμαι κανονικός αλλά τι ένας θα γίνω δε λένε.
Αχ κουράστηκα, τα υπόλοιπα θα σας τα πω άλλη φορά καληνύχτα.


Τα ναυτάκια

Τα ναυτάκια του Αιγαίου και οι γλάροι

Τα ναυτάκια μας ,ήταν μικρά και εργατικά ανθρωπάκια ,που δουλεύανε σε όμορφα άσπρα καράβια και ταξίδευαν στη θάλασσα του Αιγαίου.
Είχαν όμορφες θαλασσιές στολές και άσπρα καπελάκια.
Φόρτωναν τα καραβάκια με πραμάτειες, από όλα τα νησιά και τα πηγαίναν στο μεγάλο λιμάνι του Πειραιά .Στην πόλη,χρειάζονται πάντα ότι παράγετε στα νησιά φέρναν χιώτικα γλυκά και μαστίχα,  λάδι και ελιές από την όμορφη Κρήτη, συκόπιτες και λικέρ από τα Επτάνησα,γλυπτά από την Τήνο, γλυκό κρασί Σαμιώτικο , ούζο από τη Λέσβο, αλλά και νόστιμα ψάρια από τη θάλασσα για να τρώνε οι άνθρωποι της πόλης.

Με αυτή την όμορφη δουλειά, είχαν χρήματα τα ναυτάκια μας και ζούσαν καθωσπρέπει και όταν γύριζαν στα νησιά τους , πηγαίναν από όλα τα καλά  στης φαμελιές τους .

Στα ταξίδια ,τους συνόδευαν οι λευκοί όμορφοι γλάροι ,τα θαλασσοπούλια του Αιγαίου.
Τα όμορφα λευκά καράβια και οι μικροί ναύτες ήταν πάντα χαρούμενοι και για πολλά πολλά χρόνια ταξίδευαν παρέα.
Τα ναυτάκια όταν είχαν πολλά ψαράκια ,τάιζαν τους γλάρους και σε αντάλλαγμα οι γλάροι τους συνόδευαν τραγουδώντας σε όλο το ταξίδι.
Μα ήρθαν δύσκολες μέρες , κάνεις δε μπορούσε να αγοράσει τα αγαθά των ναυτικών μας και τα καραβάκια, γινόταν όλο και λιγότερα στο όμορφο Αιγαίο , κάνεις δεν ήθελε ναυτάκια .Έτσι τα ναυτάκια ,γύρισαν στα νησιά τους μια μέρα στεναχωρημένα και χωρίς δώρα για το σπίτι τους .
Οι λευκοί γλάροι ,απομείναν μόνοι τους να πετούν στο Αιγαίο και κάνεις δε νοιάζονταν αν έχουν να φάνε .
Μια μέρα σε ένα νησάκι ένα από τα μικρά μας ναυτάκια καθόταν στεναχωρημένο και προσευχόταν να βρεθεί μια λύση για το πρόβλημά του .
Από μακριά είδε να έρχεται πετώντας ένας γλάρος και να τον πλησιάζει.
Καλό μου ναυτάκι του λέει ο γλάρος , πολύ στεναχωρούμε που δεν ταξιδεύεις πια και τα καραβάκια δεν διασχίζουν την γαλάζια θάλασσα .
Μα τι να κάνω; του απαντάει το ναυτάκι δεν έχω δουλειά και στο σπίτι ντρέπομαι να πάω γιατί δεν έχω να προσφέρω τίποτα στην οικογένειά μου.

Χμ  σε καταλαβαίνω και  γι' αυτό το λόγο ήρθα να σε βρω .
Κάποτε εσύ με φρόντιζες πολύ και μου έδινες ψαράκια όταν ερχόμουν στο καραβάκι σου, τώρα λοιπόν ήρθα να σε βοηθήσω εγώ και να σου πω πως θα βρεις πάλι δουλειά .

Ανέβα στη ράχη μου ναυτάκι, του λέει ο γλάρος .
Το ναυτάκι ανέβηκε και αγκάλιασε το λαιμό του γλάρου , άρχισαν να πετούν ψηλά και ακόμη ψηλότερα , στον ουρανό.
Έκπληκτο το ναυτάκι βλέπει και άλλους γλάρους με ναυτάκια πάνω στα φτερά τους, να πετούν και οι γλάροι τραγουδούσαν χαρούμενα.

Στα ναυτάκια τα καλά θα δώσουμε πάλι χαρά,θα τους πάμε μακριά σε καράβια για δουλειά .

Πετούσαν λοιπόν για πολλές ώρες και έφτασαν όλοι μαζί σε μια όμορφη χώρα , στο λιμάνι υπήρχαν πολλά καράβια με κόκκινα , λευκά και κίτρινα πανιά !!
Οι ναύτες εργαζόταν γρήγορα και φόρτωναν το φορτίο στα αμπάρια άλλα χρειαζόταν πολύ δουλειά ακόμη για να τελειώσουν με τα τσουβάλια τους .
Τα ναυτάκια μας κατέβηκαν από τις ράχες των γλάρων και χαρούμενα άρχισαν να βοηθούνε τους υπόλοιπους ναύτες .
Όταν τελείωσαν το φόρτωμα , σάλπαραν όλοι μαζί σε μακρινές θάλασσες και γνώρισαν άλλες χώρες.
Άλλα έθιμα και γλώσσες , μα αυτό δεν τους ενοχλούσε , απεναντίας τους έφερνε χαρά και μαζί με τους γλάρους τραγουδούσαν όλοι μαζί γλυκά θαλασσινά τραγούδια .
Έτσι αποκτήσαν με την εργασία τους χρήματα , ζούσαν αξιοπρεπώς και είχαν να προσφέρουν στις οικογένειές τους ότι επιθυμούσαν .
Οι γλάροι ήταν ευτυχισμένοι που μπόρεσαν να βοηθήσουν τα μικρά ναυτάκια και πάντα συνόδευαν με αγάπη τα καράβια τους όσο μακριά και αν πήγαιναν .

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Ο δρόμος με τις νερατζιές

Πρωί πρωί σαν περπατώ,
την ώρα που πάω στο σχολείο,
στο δρόμο με την νεραντζιές,
ακούω μέσα στις  φυλλωσιές,
πουλιά μικρά να τραγουδούν
και βλέπω αηδόνια να πετούν.

Ειν' το τραγούδι τους γλυκό,
μας  αναγγέλουν  με σκοπό,
πως ήρθε η άνοιξη στη γη
και πως ανθίζουν οι αγροί.
Πως ο ξωμάχος ταπεινά
αρχίζει πάλι τη σπορά.


Τώρα είναι ο κατάλληλος  καιρός,
ο δάσκαλος και ο γονιός
για το παιδί του να νοιαστεί,
και σαν ο ήλιος θα φανεί, να πάνε μια εκδρομή,
να δουν στα δέντρα τα πουλιά,
τους πελαργούς σε μια φωλιά....
ψηλά σε ένα καμπαναριό
ταΐζουν το μικρό τους γιο.


Τα χελιδόνια αργά, αργά
με ζήλο  χτίζουν τη φωλιά,
με άχυρο και με πηλό
να βάζουν σβόλους στη  σειρά
στα μπαλκονάκια τα ψηλά. 


Τώρα είναι ο κατάλληλος καιρός,
δέντρα  για να φυτέψουνε,
λουλούδια να μαζέψουνε.
Κάθε παιδί το δέντρο του,
να έχει στο σχολείο,
κάθε παιδί τη γλάστρα του
διπλά απ το θρανίο.

Φαντάσου ένα μικρό σχολειό
γεμάτο με βασιλικό,παρτέρια
που έχουνε μυρτιές , φρέζες και ντάλιες
φωτεινές, στο δρόμο με τις νεραντζιές.

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

Οι προσευχές της Γουόρις


Η Αφρική ειναι μια από τις πέντε ηπείρους του πλανήτη μας,βρίσκεται  η μισή στο βόρειο ημισφαίριο και μισή στο νότιο ημισφαίριο της γης μας.

Εκεί υπάρχουν πολλές χώρες, μια από αυτές ειναι η Σομαλία στα ανατολικά της ηπείρου.
Η χώρα αυτή ειναι πολύ φτωχή, έχει ξηρό κλίμα και ελάχιστο πράσινο διότι βρέχει σπάνια,ετσι εφόσον η βλάστηση ειναι περιορισμένη δεν έχουν πολλά τρόφιμα ούτε σιτηρά.Σε αυτές τις χώρες που ειναι φτωχές οι αναπτυγμένες χώρες, πρέπει να στέλνουν  κάθε είδους βοήθεια.Δηλαδή τροφές, ιατρικό δυναμικό, φάρμακα, ρούχα και βιβλία για τα φτωχά σχολεία της χώρας.Έτσι δίνουμε χαρά στους φτωχούς κατοίκους της γης μας!


Κάποτε στην Σομαλία
ζούσε ένα κοριτσάκι με την οικογένειά του, το κοριτσάκι το έλεγαν Γουόρις .

Η  μικρή Γουόρις είχε άλλα οκτώ αδέλφια.
Ήταν ένα μικρό κορίτσι μόλις 12 ετών ,ψηλό και λιγνό ,όπως σχεδόν όλοι οι Σομαλοί,με όμορφα σγουρά μαλλιά και λαμπερά μαύρα μάτια.
Η οικογένειά της ήταν νομάδες, δηλαδή είχαν ζώα και σκηνές,δεν είχαν ένα σταθερό μέρος για να ζουν όπως εμείς ,που έχουμε το σπίτι μας, αλλά περιφέρονταν από μέρος σε μέρος, μέσα στην έρημο.
Αυτό γίνετε επειδή στην έρημο δε υπάρχει νερό και τροφή  παντού, επομένως ψάχνουν καθημερινά, να βρουν τρόπο να τραφούν και αυτό είναι υπόθεση όλης της οικογένειας.Όλοι μικροί, μεγάλοι,εργάζονται  ο καθένας όσο μπορεί.

Η μητέρα πρέπει να μαγειρέψει ανάβοντας φωτιά  έξω από τη σκηνή τους,ο πατέρας να βοσκήσει τις καμήλες και να μαζέψει κλαδιά για να πλέξει τα στρώματα τους, η Γουόρις φροντίζει το  άρμεγμα της κατσίκας και το βράδυ φέρνει το γάλα στη σκηνή για να πιουν τα αδέλφια της γάλα.
Τα βράδια μετά το γεύμα  μαζεύονται όλοι έξω απο τη σκηνή και ακούνε ιστορίες που διηγείται  η μητέρα και ο πατέρας.  
Η Γουόρις ήταν το μεγαλύτερο παιδί και έτσι έκανε πάντα περισσότερες εργασίες από τα άλλα παιδάκια στην οικογένεια . Έφερνε νερό, πηγαίνοντας με τα πόδια στο πηγάδι και το κουβαλούσε,  με τα μικρά της χεράκια,ώρες ολόκληρες ως την σκηνή τους.Με νερό και αλεύρι η μητέρα έφτιαχνε ένα χυλό για την οικογένεια.


Στην έρημο οι οικογένειες έχουν πολύ  λίγα τρόφιμα, έτσι τα γεύματα είναι φτωχικά  και πολλές φόρες δεν έχουν καθόλου τροφή .
Δεν έχουν ρεύμα ούτε φως, δεν έχουν υπολογιστές ούτε μαλακά ζεστά κρεβάτια, κοιμούνται πάνω σε ψάθες που πλέκει ο πατέρας τους, από κλαδιά δέντρων.

Η μικρή Γουόρις καθημερινά προσευχόταν να γίνει κάτι σημαντικό που θα αλλάξει τη δύσκολη ζωή της στην έρημο, δε ήξερε τι θα μπορούσε να γίνει ,δεν είχε δει ποτέ τηλεόραση για να ξέρει πως ζουν οι άλλοι άνθρωποι σε αναπτυγμένες χώρες,δεν είχε δει ποτέ της πάγκους με λαχταριστά όμορφα,μυρωδάτα  φρούτα,ούτε πολύχρωμα ρούχα από μαλακό ύφασμα , δεν είχε παίξει ποτέ με ένα παιχνίδι που δημιουργήθηκε σε ένα εργοστάσιο παιχνιδιών,ούτε ήξερε τι ειναι σχολείο.Όμως πίστευε ότι υπάρχει κάπου ένας τρόπος καλύτερης διαβίωσης.Και ετσι προσευχόταν πάντα να συμβεί κάτι όμορφο στη ζωή της .

Τις ατελείωτες ώρες που περπατούσε για να βρει με τους γονείς της λίγο νεράκι να πιουν και να ποτίσουν τις καμήλες τους προσευχόταν και τραγουδούσε τα τραγούδια της πατρίδας της, χτυπώντας ρυθμικά το μακρύ ξύλο που στηριζόταν για να περπατάει στην έρημο και τα μικρά της αδελφάκια ακολουθούσαν το ρυθμό χτυπώντας τα χεράκια ανεβασμένα πάνω στη ράχη από καμήλες.

Στη Σομαλία η περίοδος των βροχών, κρατά λίγο μα ειναι αρκετή μια βροχή για να ποτίσει την ξερή γη και να δροσίσει τους θάμνους που ειναι  τροφή για  κατσικάκια.
Τα κατσικάκια γίνονται χαρούμενα και πίνουν  αχόρταγα νεράκι και βέλαζουν από ευχαρίστηση.

Αυτές ειναι οι ποιο χαρούμενες μέρες των παιδιών, σαν σταματούσε η δυνατή βροχή έβγαιναν από την σκηνή τους τα αδέλφια της Γουόρις  και τσαλαβουτούσαν χαρούμενα τα ποδαράκια μέσα στις  μικρές λακκούβες του νερού.Η Γουόρις που ήταν μεγαλύτερη πήγαινε και έβρισκε ένα μακρινό νερόλακκο έσκυβε από πάνω, για να δει τον εαυτό της. Ήθελε πάντα να δει πόσο μεγάλωσε ανάμεσα στο διάστημα που είχε περάσει από την προηγούμενη βροχή !!

Μια μέρα λοιπόν μετά την περίοδο των βροχών,την ώρα που έδυε ο ζεστός ήλιος της ερήμου και 

η Γουόρις άρμεγε τις κατσίκες της,είδε από μακριά να έρχονται ξένοι επισκέπτες προς την σκηνή τους .
Η μητέρα, τους είπε να καθίσουν και έφερε γάλα για όλους .
Οι ξένοι επισκέπτες ,άρχισαν να μιλούν ευγενικά  στον πάτερα  και να του εξηγούν, πως όσα έχουν φέρει μαζί τους με τις καμήλες, είναι δώρα από τους ανθρώπους της πόλης,  από άλλες χώρες της γης και πως έστειλαν χρήματα να φτιάξουν ένα σχολείο για τα παιδιά των νομάδων.  Έτσι την περίοδο των βρόχων τα παιδιά θα μπορούν να πηγαίνουν εκεί να μαθαίνουν γράμματα και να έχουν τροφή κάθε μέρα .
Ο πατέρας δέχτηκε τα δώρα και ήταν σύμφωνος να πηγαίνουν τα παιδιά στο χωριό που θα χτιζόταν  το  σχολείο, όταν αυτό θα ειναι έτοιμο.


Η μητέρα χαρούμενη κοίταζε τα όμορφα υφάσματα που της είχαν φέρει και αποφάσισε, τι θα έφτιαχνε για το κάθε παιδί. Τακτοποίησε τα τρόφιμα για να έχει να μαγειρεύει στην οικογένειά της, η χαρά της ήταν μεγάλη και το πρόσωπό της έλαμπε.
Η Γουόρις είδε τη χαρά της μαμά της και προσευχήθηκε να ξαναέρθουν σύντομα οι επισκέπτες στη σκηνή τους  για  να φέρουν πάλι τρόφιμα και καλά νέα.
Κάθε βράδυ προσευχόταν και μια όμορφη μέρα, που όλα είχαν πρασινίσει επειδή είχε βρέξει,  ήρθε η γνωστή παρέα με τις φορτωμένες καμήλες.

Αγαπημένη μου Γουόρις είπε η μητέρα χαρούμενη εσύ και τα αδέλφια σου, θα πάτε με τους κυρίους αυτούς στο χωριό που χτίστηκε το σχολείο. Εκεί  θα πρέπει  να προσέχεις τα μικρά σου αδέλφια και να είσαι υπάκουη .
Η Γουόρις βέβαια δεν ήξερε τι είναι σχολείο, ούτε είχε ξαναδεί χωριό με σπίτια .Όταν έφτασαν στο όμορφο χωριό εντυπωσιάστηκε πάρα πολύ.
Οι αυλές είχαν χορταράκι,υπήρχε ένα μεγάλο κτήριο στο κέντρο του χωριού,γύρω του υπήρχαν άλλα ποιο μικρά σπιτάκια  και παντού  παίζανε παιδιά που γελούσαν δυνατά , φαινόταν όλοι χαρούμενοι και ευτυχισμένοι.
Εκεί η Γουόρις έμαθε να παίζει διάφορα παιχνίδια,  φυσικά πρώτη φορά άγγιξε κούκλες  και είδε ότι τα σπίτια φωτίζονταν  με ρεύμα, εκεί είδε τις κυρίες που εργάζονταν στην κουζίνα, επάνω σε ηλεκτρικούς φούρνους  να  μαγειρεύουν χωρίς να ανάβουν φωτιά στη γη με ξύλα και είχαν όλα τα παιδιά φαγητό κάθε μέρα .
Έτρωγαν όλοι μαζί σε  μεγάλο τραπέζι, η Γουόρις δοκίμασε φρούτα και γλυκό άσπρο ψωμί, φασόλια και κρέας κότας,όλα ήταν υπέροχα σε αυτό το όμορφο μικρό χωριό.
 Ή ζωή ήταν εύκολη και άνετη, η Γουόρις έπρεπε να προσέχει μόνο τα αδελφάκια της, στα διαλείμματα  και να στρώνει τα τραπέζια μαζί με τα άλλα μεγάλα κορίτσια την ώρα του φ




αγητού, ακόμη και το πλύσιμο των πιάτων ήταν εύκολο, γιατί το νερό ήταν ζεστό και έτρεχε από μια βρύση στον πάγκο της μεγάλης κουζίνας.
 Όλα τα κορίτσια, βοηθούσαν να καθαριστεί ο χώρος με μεγάλη χαρά.Τα μεγάλα αγόρια κουβαλούσαν τα τρόφιμα στην αποθήκη του χωρίου και ο δάσκαλος τους, φρόντιζε την καθαριότητα στην μεγάλη αυλή τους.
Μέσα στη μεγάλη αίθουσα είχαν ένα πράσινο πίνακα και κιμωλίες με διάφορα χρώματα.Εκεί ο δάσκαλος τους μάθαινε να γράφουν και να διαβάζουν ,έμαθαν πως υπάρχουν και άλλες χώρες μακρινές ,έμαθαν πως μέσα από τη γνώση μπορούν να έχουν  μια καλύτερη ζωή, εφόσον πρώτα σπουδάσουν ,θα μπορούν να έχουν μια εργασία και ετσι θα γίνουν χρήσιμα μέλη της κοινωνίας.

Η Γουόρις έκανε πάντα την προσευχή της ζητώντας από τον  Θεό να μην τους ξεχνούν οι άνθρωποι της γης και έτσι να μπορούν να απολαμβάνουν λίγες ανέσεις ,γνώση και τροφή, εκείνη και τα άλλα παιδάκια  στην φτωχή της πατρίδα. 
Με τροφή και σχολείο, ζεστό κρεβάτι και καθαρό πόσιμο νερό, κάθε παιδί είναι ευτυχισμένο στην μακρινή Αφρική.


Ας ακούσουμε λοιπόν όλοι την προσευχή της μικρής Γουόρις 
Ας κάνουμε όλοι μια ευχή: Να έρθει η ευημερία, η πρόοδος και η χαρά στη φτωχή της χώρα.
Ας βοηθήσουμε όλοι να έχουν σχολείο και τροφή τα μικρά παιδιά για να μπορούν να είναι ευτυχισμένα.