Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Οι προσευχές της Γουόρις


Η Αφρική ειναι μια από τις πέντε ηπείρους του πλανήτη μας,βρίσκεται  η μισή στο βόρειο ημισφαίριο και μισή στο νότιο ημισφαίριο της γης μας.

Εκεί υπάρχουν πολλές χώρες, μια από αυτές ειναι η Σομαλία στα ανατολικά της ηπείρου.
Η χώρα αυτή ειναι πολύ φτωχή, έχει ξηρό κλίμα και ελάχιστο πράσινο διότι βρέχει σπάνια,ετσι εφόσον η βλάστηση ειναι περιορισμένη δεν έχουν πολλά τρόφιμα ούτε σιτηρά.Σε αυτές τις χώρες που ειναι φτωχές οι αναπτυγμένες χώρες, πρέπει να στέλνουν  κάθε είδους βοήθεια.Δηλαδή τροφές, ιατρικό δυναμικό, φάρμακα, ρούχα και βιβλία για τα φτωχά σχολεία της χώρας.Έτσι δίνουμε χαρά στους φτωχούς κατοίκους της γης μας!


Κάποτε στην Σομαλία
ζούσε ένα κοριτσάκι με την οικογένειά του, το κοριτσάκι το έλεγαν Γουόρις .

Η  μικρή Γουόρις είχε άλλα οκτώ αδέλφια.
Ήταν ένα μικρό κορίτσι μόλις 12 ετών ,ψηλό και λιγνό ,όπως σχεδόν όλοι οι Σομαλοί,με όμορφα σγουρά μαλλιά και λαμπερά μαύρα μάτια.
Η οικογένειά της ήταν νομάδες, δηλαδή είχαν ζώα και σκηνές,δεν είχαν ένα σταθερό μέρος για να ζουν όπως εμείς ,που έχουμε το σπίτι μας, αλλά περιφέρονταν από μέρος σε μέρος, μέσα στην έρημο.
Αυτό γίνετε επειδή στην έρημο δε υπάρχει νερό και τροφή  παντού, επομένως ψάχνουν καθημερινά, να βρουν τρόπο να τραφούν και αυτό είναι υπόθεση όλης της οικογένειας.Όλοι μικροί, μεγάλοι,εργάζονται  ο καθένας όσο μπορεί.

Η μητέρα πρέπει να μαγειρέψει ανάβοντας φωτιά  έξω από τη σκηνή τους,ο πατέρας να βοσκήσει τις καμήλες και να μαζέψει κλαδιά για να πλέξει τα στρώματα τους, η Γουόρις φροντίζει το  άρμεγμα της κατσίκας και το βράδυ φέρνει το γάλα στη σκηνή για να πιουν τα αδέλφια της γάλα.
Τα βράδια μετά το γεύμα  μαζεύονται όλοι έξω απο τη σκηνή και ακούνε ιστορίες που διηγείται  η μητέρα και ο πατέρας.  
Η Γουόρις ήταν το μεγαλύτερο παιδί και έτσι έκανε πάντα περισσότερες εργασίες από τα άλλα παιδάκια στην οικογένεια . Έφερνε νερό, πηγαίνοντας με τα πόδια στο πηγάδι και το κουβαλούσε,  με τα μικρά της χεράκια,ώρες ολόκληρες ως την σκηνή τους.Με νερό και αλεύρι η μητέρα έφτιαχνε ένα χυλό για την οικογένεια.


Στην έρημο οι οικογένειες έχουν πολύ  λίγα τρόφιμα, έτσι τα γεύματα είναι φτωχικά  και πολλές φόρες δεν έχουν καθόλου τροφή .
Δεν έχουν ρεύμα ούτε φως, δεν έχουν υπολογιστές ούτε μαλακά ζεστά κρεβάτια, κοιμούνται πάνω σε ψάθες που πλέκει ο πατέρας τους, από κλαδιά δέντρων.

Η μικρή Γουόρις καθημερινά προσευχόταν να γίνει κάτι σημαντικό που θα αλλάξει τη δύσκολη ζωή της στην έρημο, δε ήξερε τι θα μπορούσε να γίνει ,δεν είχε δει ποτέ τηλεόραση για να ξέρει πως ζουν οι άλλοι άνθρωποι σε αναπτυγμένες χώρες,δεν είχε δει ποτέ της πάγκους με λαχταριστά όμορφα,μυρωδάτα  φρούτα,ούτε πολύχρωμα ρούχα από μαλακό ύφασμα , δεν είχε παίξει ποτέ με ένα παιχνίδι που δημιουργήθηκε σε ένα εργοστάσιο παιχνιδιών,ούτε ήξερε τι ειναι σχολείο.Όμως πίστευε ότι υπάρχει κάπου ένας τρόπος καλύτερης διαβίωσης.Και ετσι προσευχόταν πάντα να συμβεί κάτι όμορφο στη ζωή της .

Τις ατελείωτες ώρες που περπατούσε για να βρει με τους γονείς της λίγο νεράκι να πιουν και να ποτίσουν τις καμήλες τους προσευχόταν και τραγουδούσε τα τραγούδια της πατρίδας της, χτυπώντας ρυθμικά το μακρύ ξύλο που στηριζόταν για να περπατάει στην έρημο και τα μικρά της αδελφάκια ακολουθούσαν το ρυθμό χτυπώντας τα χεράκια ανεβασμένα πάνω στη ράχη από καμήλες.

Στη Σομαλία η περίοδος των βροχών, κρατά λίγο μα ειναι αρκετή μια βροχή για να ποτίσει την ξερή γη και να δροσίσει τους θάμνους που ειναι  τροφή για  κατσικάκια.
Τα κατσικάκια γίνονται χαρούμενα και πίνουν  αχόρταγα νεράκι και βέλαζουν από ευχαρίστηση.

Αυτές ειναι οι ποιο χαρούμενες μέρες των παιδιών, σαν σταματούσε η δυνατή βροχή έβγαιναν από την σκηνή τους τα αδέλφια της Γουόρις  και τσαλαβουτούσαν χαρούμενα τα ποδαράκια μέσα στις  μικρές λακκούβες του νερού.Η Γουόρις που ήταν μεγαλύτερη πήγαινε και έβρισκε ένα μακρινό νερόλακκο έσκυβε από πάνω, για να δει τον εαυτό της. Ήθελε πάντα να δει πόσο μεγάλωσε ανάμεσα στο διάστημα που είχε περάσει από την προηγούμενη βροχή !!

Μια μέρα λοιπόν μετά την περίοδο των βροχών,την ώρα που έδυε ο ζεστός ήλιος της ερήμου και 

η Γουόρις άρμεγε τις κατσίκες της,είδε από μακριά να έρχονται ξένοι επισκέπτες προς την σκηνή τους .
Η μητέρα, τους είπε να καθίσουν και έφερε γάλα για όλους .
Οι ξένοι επισκέπτες ,άρχισαν να μιλούν ευγενικά  στον πάτερα  και να του εξηγούν, πως όσα έχουν φέρει μαζί τους με τις καμήλες, είναι δώρα από τους ανθρώπους της πόλης,  από άλλες χώρες της γης και πως έστειλαν χρήματα να φτιάξουν ένα σχολείο για τα παιδιά των νομάδων.  Έτσι την περίοδο των βρόχων τα παιδιά θα μπορούν να πηγαίνουν εκεί να μαθαίνουν γράμματα και να έχουν τροφή κάθε μέρα .
Ο πατέρας δέχτηκε τα δώρα και ήταν σύμφωνος να πηγαίνουν τα παιδιά στο χωριό που θα χτιζόταν  το  σχολείο, όταν αυτό θα ειναι έτοιμο.


Η μητέρα χαρούμενη κοίταζε τα όμορφα υφάσματα που της είχαν φέρει και αποφάσισε, τι θα έφτιαχνε για το κάθε παιδί. Τακτοποίησε τα τρόφιμα για να έχει να μαγειρεύει στην οικογένειά της, η χαρά της ήταν μεγάλη και το πρόσωπό της έλαμπε.
Η Γουόρις είδε τη χαρά της μαμά της και προσευχήθηκε να ξαναέρθουν σύντομα οι επισκέπτες στη σκηνή τους  για  να φέρουν πάλι τρόφιμα και καλά νέα.
Κάθε βράδυ προσευχόταν και μια όμορφη μέρα, που όλα είχαν πρασινίσει επειδή είχε βρέξει,  ήρθε η γνωστή παρέα με τις φορτωμένες καμήλες.

Αγαπημένη μου Γουόρις είπε η μητέρα χαρούμενη εσύ και τα αδέλφια σου, θα πάτε με τους κυρίους αυτούς στο χωριό που χτίστηκε το σχολείο. Εκεί  θα πρέπει  να προσέχεις τα μικρά σου αδέλφια και να είσαι υπάκουη .
Η Γουόρις βέβαια δεν ήξερε τι είναι σχολείο, ούτε είχε ξαναδεί χωριό με σπίτια .Όταν έφτασαν στο όμορφο χωριό εντυπωσιάστηκε πάρα πολύ.
Οι αυλές είχαν χορταράκι,υπήρχε ένα μεγάλο κτήριο στο κέντρο του χωριού,γύρω του υπήρχαν άλλα ποιο μικρά σπιτάκια  και παντού  παίζανε παιδιά που γελούσαν δυνατά , φαινόταν όλοι χαρούμενοι και ευτυχισμένοι.
Εκεί η Γουόρις έμαθε να παίζει διάφορα παιχνίδια,  φυσικά πρώτη φορά άγγιξε κούκλες  και είδε ότι τα σπίτια φωτίζονταν  με ρεύμα, εκεί είδε τις κυρίες που εργάζονταν στην κουζίνα, επάνω σε ηλεκτρικούς φούρνους  να  μαγειρεύουν χωρίς να ανάβουν φωτιά στη γη με ξύλα και είχαν όλα τα παιδιά φαγητό κάθε μέρα .
Έτρωγαν όλοι μαζί σε  μεγάλο τραπέζι, η Γουόρις δοκίμασε φρούτα και γλυκό άσπρο ψωμί, φασόλια και κρέας κότας,όλα ήταν υπέροχα σε αυτό το όμορφο μικρό χωριό.
 Ή ζωή ήταν εύκολη και άνετη, η Γουόρις έπρεπε να προσέχει μόνο τα αδελφάκια της, στα διαλείμματα  και να στρώνει τα τραπέζια μαζί με τα άλλα μεγάλα κορίτσια την ώρα του φ




αγητού, ακόμη και το πλύσιμο των πιάτων ήταν εύκολο, γιατί το νερό ήταν ζεστό και έτρεχε από μια βρύση στον πάγκο της μεγάλης κουζίνας.
 Όλα τα κορίτσια, βοηθούσαν να καθαριστεί ο χώρος με μεγάλη χαρά.Τα μεγάλα αγόρια κουβαλούσαν τα τρόφιμα στην αποθήκη του χωρίου και ο δάσκαλος τους, φρόντιζε την καθαριότητα στην μεγάλη αυλή τους.
Μέσα στη μεγάλη αίθουσα είχαν ένα πράσινο πίνακα και κιμωλίες με διάφορα χρώματα.Εκεί ο δάσκαλος τους μάθαινε να γράφουν και να διαβάζουν ,έμαθαν πως υπάρχουν και άλλες χώρες μακρινές ,έμαθαν πως μέσα από τη γνώση μπορούν να έχουν  μια καλύτερη ζωή, εφόσον πρώτα σπουδάσουν ,θα μπορούν να έχουν μια εργασία και ετσι θα γίνουν χρήσιμα μέλη της κοινωνίας.

Η Γουόρις έκανε πάντα την προσευχή της ζητώντας από τον  Θεό να μην τους ξεχνούν οι άνθρωποι της γης και έτσι να μπορούν να απολαμβάνουν λίγες ανέσεις ,γνώση και τροφή, εκείνη και τα άλλα παιδάκια  στην φτωχή της πατρίδα. 
Με τροφή και σχολείο, ζεστό κρεβάτι και καθαρό πόσιμο νερό, κάθε παιδί είναι ευτυχισμένο στην μακρινή Αφρική.


Ας ακούσουμε λοιπόν όλοι την προσευχή της μικρής Γουόρις 
Ας κάνουμε όλοι μια ευχή: Να έρθει η ευημερία, η πρόοδος και η χαρά στη φτωχή της χώρα.
Ας βοηθήσουμε όλοι να έχουν σχολείο και τροφή τα μικρά παιδιά για να μπορούν να είναι ευτυχισμένα.

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

Ελαφάκι...

Το ελάφι της κοιλάδας των ζώων


Στην κοιλάδα των ζώων ζούσε, με τους φίλους του, το Ελάφι της ιστορίας μας.

Αγαπούσε την ελευθερία του και ήθελε να απολαμβάνει τις ομορφιές του δάσους και το δροσερό νεράκι από το ποτάμι της κοιλάδας, με τους άλλα ζώα τους φίλους του.
Ήταν το αγαπημένο ζωάκι της καλής μάγισσας Λίλη.
Το ελαφάκι, όμως, το θαύμαζε και ο Άρχοντας των Βουνών και το ήθελε αποκλειστικά δικό του.

Μια ημέρα, λοιπόν, φώναξε τον παντοδύναμο Μέξι και του ζήτησε την βοήθειά του για να αποκτήσει ο Άρχοντας το Ελάφι.
Θα του χάριζε ότι ήθελε αν του το έφερνε. Ήθελε να το έχει στο παλάτι του για να μπορεί να το θαυμάζει και να το καμαρώνει μόνο εκείνος  όποτε ήθελε.

Ο Μέξι άρχισε το ταξίδι του. Πήγε στην κοιλάδα των ζώων και έψαξε να βρει το ελάφι. 
Πέρασε μέρες μέσα στη μεγάλη κοιλάδα, ψάχνοντας  το ελάφι.
Αλλά η κοιλάδα ήταν μεγάλη με ποτάμι τεράστιο,  δέντρα γεμάτα φουντωτά φυλλώματα, φτέρες και λουλούδια υπήρχαν παντού. Πεταλούδες και πουλιά πετούσαν στον όμορφο γαλάζιο ουρανό  και τα σκιουράκια, μάζευαν καρπούς από τα δέντρα και τη γη, για το χειμώνα. Η καλή μάγισσα Λίλη όμως, παρακολουθούσε τον Μέξι  σε όλο το ταξίδι του , ήξερε τι έψαχνε ο Μέξι τον πλησίασε και του είπε ότι εκείνη προστατεύει το Ελάφι και πως το Ελάφι της είναι ευτυχισμένο εκεί που ζει. 
Του εξήγησε πως  αν κλείσουν το Ελάφι σε ένα παλάτι, όσο και άνετα και αν είναι, αυτό θα πεθάνει.

Ο Μέξι , όμως, συνέχισε να κυνηγάει το Ελάφι και μια μέρα το έπιασε. Το πήγε στο παλάτι και φώναξε τον Άρχοντα των Βουνών να βγει έξω να το δει και να το θαυμάσει.

Εκείνη την ώρα εμφανίστηκε και η καλή μάγισσα Λίλη.
Όταν την είδε ο Μέξι , θυμήθηκε όσα του είχε πει στο δάσος η καλή μάγισσα.
Σκέφτηκε πως και ο ίδιος δε θα ήταν ευτυχισμένος αν τον έκλειναν σε ένα χώρο χωρίς να μπορεί να είναι ελεύθερος οπότε ήθελε  και να κάνει ότι του αρέσει  .

Άφησε το Ελάφι ελεύθερο και εξήγησε στον Άρχοντα πόσο σημαντικό είναι να ζει το Ελάφι ελεύθερο, με τους φίλους του. Ο Άρχοντας λυπήθηκε πολύ, αλλά αγαπούσε το Ελάφι. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να το θαυμάζει μέσα στο δάσος, όποτε ήθελε, Τελικά επιβράβευσε τον Μέξι  και του χάρισε ότι του είχε υποσχεθεί.

Το Ελάφι επέστρεψε στην κοιλάδα των ζώων και η χαρά των φίλων του ήταν απερίγραπτη. Οι πεταλούδες πετούσαν γύρω του, τα πουλιά κελαηδούσαν τον αγαπημένο του ήχο και η μεγάλη μηλιά έσκυψε και του χάρισε το μεγαλύτερο μήλο της, να φάει για να δυναμώσει.
Η καλή μάγισσα χαιρότανε μαζί τους και το Ελαφάκι ζούσε ευτυχισμένο.